Σίτσα Καραισκάκη - Ένα μεγάλο, λαμπρό Ελληνικό πνεύμα

  Η Σίτσα Καραϊσκάκη, Ελληνίδα συγγραφέας και διανοήτρια, η μεγαλύτερη ίσως, Ελληνική προσωπικότητα της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας, στη διάρκεια του 20ου αιώνα, γεννήθηκε στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας και πέθανε στις 30 Απριλίου 1987 στην Αμφιθέα στο Παλαιό Φάληρο. Στην Ανατολικό τμήμα της Γερμανίας όπου κατοικούσε μετά τη διαφυγή της από την Ελλάδα, στη λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, παντρεύτηκε το βιομήχανο Μπάχμαν και μετά τον θάνατο του το 1963, οι αρχές της τότε Ανατολικής Γερμανίας της επέτρεψαν να επιστρέψει στην πατρίδα της.

 Βρέθηκε στη Γερμανία την εποχή που ο Αδόλφος Χίτλερ προσπαθούσε να ανέλθει στην εξουσία. Ασπάσθηκε τις Εθνικοσοσιαλιστικές ιδέες και όταν οι ομοϊδεάτες της  ανήλθαν στην εξουσία, στις 30 Ιανουαρίου 1933, διορίστηκε σύμβουλος του Υπουργείου Προπαγάνδας. Ο Γκαίμπελς για χρόνια θεωρούσε ότι ήταν το στήριγμα του γραφείου του και επέβαλλε σε όλα τα μέλη του κόμματος να την χαιρετούν υποχρεωτικά και να την θεωρούν αναπληρωτή του. Διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο στη δημιουργία και υπήρξε βασική αρθρογράφος του περιοδικού «Νεολαία» το οποίο απετέλεσε ιδεολογικό όργανο της Εθνικής Οργανώσεως Νέων, όπου έδινε συμβουλές ήθους στις γυναίκες νεολαίους και τις παρακινούσε να κρατούν τις εθνικές παραδόσεις, αλλά και να ετοιμάζονται για μια υγιή οικογένεια, ενώ γενικότερα προπαγάνδιζε τις θεσεις και την ιδεολογία του καθεστώτος. Με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, αρθρογραφούσε κατά των Ιταλών, όμως με την εισβολή και κατοχή των Γερμανών στην Ελλάδα, διορίστηκε στη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα, στη θέση της συμβούλου Τύπου και Διαφώτισης, την οποία διατήρησε σε όλη τη διάρκεια της κατοχής.



Το 1934 μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο, τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τους Μητροπολίτες Λήμνου και Λέσβου, επιχείρησε να δημιουργήσει μια συμμαχία αντικομμουνιστικής χριστιανικής συνεργασίας στην Ευρώπη, και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936, οι οποίοι έγιναν στο Βερολίνο, είχε αναλάβει τη διεύθυνση Τύπου και Προπαγάνδας της Ελληνικής αποστολής. Έχει, μεταξύ άλλων, δημοσιεύσει στις 25 Νοεμβρίου 1939, μελέτη με τίτλο "Κνουτ Χάμσουν", ο ποιητής του ύμνου της ζωής», αφιερωμένη στον Νορβηγό εθνικοσοσιαλιστή λογοτέχνη. 


Τιμήθηκε με τον τίτλο της Διδάκτορος Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και με το βραβείο «Γκαίτε» από το «Ινστιτούτο Γκαίτε» στο Ιλμενάου. 

 Καταδικάστηκε, ερήμην, δύο φορές σε θάνατο, από τα ειδικά δικαστήρια δοσιλόγων, με βάση τη Συντακτική Πράξη 1/1944, «Περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού», και την τροπολογία της με τη Συντακτική Πράξη 6/1945, επειδή διέπραξε το αδίκημα της προπαγάνδας υπέρ του εχθρού, το οποίο περιέγραφε, «ἐν ἐπιγνώσει τῆς προσπαθείας τοῦ ἐχθροῦ, ὅπως δι' ὠρισμένων διαδόσεων καταπείση τόν λαόν περί τοῦ δῆθεν ἠθικοῦ τῆς ἐπιθέσεώς του καί ἐπωφελῶς δί' ὅλα τά Εὐρωπαϊκά κράτη τοῦ διεξαγομένου παρ' αὐτοῦ ἀγῶνος τοῦ ἀσφαλοῦς τῆς τελικῆς νίκης του καί τοῦ δῆθεν ἀντιλαϊκοῦ τοῦ ἀγῶνος τῶν Συμμάχων Κρατῶν, διαδίδων κάθ΄ὁποιονδήποτε τρόπον τάς αὐτᾶς ἐξυπηρετοῦσας τήν ἐχθρικήν προπαγάνδαν ἀντιλήψεις», όμως αργότερα αμνηστεύθηκε. 


Το τέλος της
Μετά την πτώση του Εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος και την κατάληψη της Γερμανίας από τους Συμμάχους, βρέθηκε να κατοικεί στο κατεχόμενο από τους Ρώσους τμήμα και το 1963, μετά τον θάνατο του συζύγου της, οι αρχές της τότε Ανατολικής Γερμανίας της επέτρεψαν να επιστρέψει στην Ελλάδα. Μετά την επιστροφή της αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία και παρουσίασε μερικά βιβλία της που κέρδισαν ευνοϊκές κριτικές και βραβεία. Ήταν άριστη γνώστης της δημοτικής γλώσσας σε βαθμό που ο Κωστής Παλαμάς είχε γράψει «…Η νεαρή αυτή ποιήτρια μεταχειρίζεται τη δημοτική σαν καμιά άλλη Ελληνίδα λογοτέχνισσα...». Δεν αποποιήθηκε ποτέ τις ιδέες της και την σχέση της με τον εθνικοσοσιαλισμό. Προς το τέλος της ζωής της εγκαταστάθηκε στο πατρικό της σπίτι στη Μυτιλήνη και αργότερα παράλυτη και καθηλωμένη στο κρεβάτι συγκατοικούσε με τις αδελφές της στην Αμφιθέα στο Παλαιό Φάληρο, όπου και πέθανε.


   Faith and Race